Διευθυντής των ΤΕΠ ΓΝΑΝ-Κατηγορική και
υποθετική προσταγή
Έχουν περάσει δυο μήνες περίπου από τότε που ανέλαβα τα καθήκοντά μου ως Διευθυντής των ΤΕΠ του ΓΝΑΝ μετά από την επιτυχή συμμετοχή μου σε προκήρυξη. Αντιμετώπισα καταστάσεις που ξεπερνούσαν αρκετά την φαντασία μου. Και επειδή οι συνθήκες κατευθύνουν πολλές φορές τις σκέψεις σκέφτηκα τα ακόλουθα.
Εάν θέλεις να επιτύχεις ένα συγκεκριμένο σκοπό, πράττε με συγκεκριμένο τρόπο ή διαφορετικά αν x τότε ψ. Ανεξάρτητα από το σκοπό που θες να επιτύχεις, πράττε με ένα συγκεκριμένο τρόπο ή διαφορετικά το x είναι ψ . Τι από τα δύο?
Αυτό μπορεί να μεταφραστεί και ως εξής: κάποιος που πηγαίνει στην εργασία του και εκτελεί μόνο τις δραστηριότητες από τις οποίες αντλεί χαρά από αυτές, παρά το γεγονός ότι δεν κάνει κάτι κακό, εκτελεί μια υποθετική προσταγή. Κάποιος που πηγαίνει στην εργασία του και εκτελεί τις δραστηριότητες που υποχρεούται να εκτελέσει από καθήκον και άσχετα με το αν αντλεί χαρά από αυτές, εκτελεί την κατηγορική προσταγή. Μια προσταγή που μεταφράζεται με το ακόλουθο αξίωμα: <<Ανεξάρτητα από το σκοπό που θες να επιτύχεις, πράττε με ένα συγκεκριμένο τρόπο>>. Ποια η διαφορά μεταξύ των δύο? Τελικά μεγάλη.
Φανταστείτε ένα αεροπλάνο που είναι αμφίβολο αν θα φτάσει στον προορισμό του λόγω βλάβης. Ο ένας πιλότος παθαίνει ανακοπή και ο άλλος συνεχίζει να προσπαθεί να προσγειώσει το αεροπλάνο και τα καταφέρνει. Η μια πιθανότητα που το κάνει είναι ότι σκέφτηκε ότι μόνο ότι η επιτυχής προσγείωση θα σώσει το εαυτό του και η άλλη ότι μαζί με τον εαυτό του έχει ευθύνη να σώσει και τους επιβάτες. Το αποτέλεσμα τελικά είναι το ίδιο αλλά για την Καντιανή φιλοσοφία υπάρχει διαφορά στην αγνότητα της πρόθεσης. Και με αυτό το ακραίο παράδειγμα μπορεί να γίνει κατανοητή η διαφορά αφού υπό συνθήκες το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Ας υποθέσουμε πως ο πιλότος ήταν πρώην αλεξιπτωτιστής του στρατού και έχει μαζί του αλεξίπτωτο και γνωρίζει πως αν εγκαταλείψει το αεροπλάνο σε μια κατάλληλη στιγμή θα σωθεί. Αν λοιπόν αυτός στο άνω παράδειγμα έδρασε με την ροπή και την υποθετική προσταγή, τότε υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα προσγείωνε το αεροπλάνο αλλά θα το εγκατέλειπε. Η κατηγορική προσταγή τον οδηγεί να μείνει και να προσπαθήσει να σώσει το αεροπλάνο και τους επιβάτες αν θεωρεί πως η πράξη του αυτή στηρίζεται σε αρχές δια των οποίων μπορεί να θέλει να καταστεί καθολικός νόμος.
Η βούληση κατά τον Καντ είναι καλή όχι εξαιτίας των τελικών αποτελεσμάτων της, αλλά επειδή ακολουθεί τον αναγκαίο και καθολικό, μη εμπειρικό νόμο της ελευθερίας της βούλησης. Αν όμως δεν υπάρχει ελευθερία τότε η βούληση μπορεί να μην έχει την δύναμη να εκπληρώσει τις προθέσεις της.
Ένα πρόβλημα βέβαια που ανακύπτει είναι τι θεωρεί κάποιος αρχή δια της οποίας μπορεί να θέλει η πράξη μέσω αυτής να καταστεί καθολικός νόμος.
Πράγματι αυτό αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα της Καντιανής θεωρίας. Για κάποιον η αυτοσυντήρηση αν και κατά τον Καντ αποτελεί μια ενστικτώδη διαδικασία που ταιριάζει καλύτερα με τις υποθετικές προσταγές θα μπορούσε να καταστεί μια αρχή που να διέπει έναν καθολικό νόμο αφού πληροί και τα κριτήρια της Καντιανής φιλοσοφίας περί κατηγορικής προσταγής και που σύμφωνα με την οποία μπορεί να στραφεί και ενάντια αυτού που την υιοθετεί.
Η πραγματικότητα είναι πως αν κάποιος θέλει να καταλάβει την προσπάθεια της ηθικής προσέγγισης της Καντιανής φιλοσοφίας νομίζω ότι μπορεί, αλλά πολλές φορές αυτό δεν βολεύει για λόγους συμφέροντος (υποθετική προσταγή). Από την άλλη μεριά επειδή στην βάση αυτής της φιλοσοφίας δεν υπάρχει τρόπος να αντικειμενοποιηθεί η έννοια της ηθικής και επομένως της κατηγορικής προσταγής οποιοσδήποτε θέλει να κινηθεί στηριζόμενος σε αρχές της υποθετικής προσταγής μπορεί να το κάνει προσδίδοντάς τους την ηθική διάσταση της επιθυμίας του, ως επιθυμίας Καθολικού νόμου. Ένας μόνος τρόπος νομίζω πως υπάρχει για να αμφισβητηθεί μια τέτοια προσέγγιση. Και αυτός είναι ο έλεγχος της ακεραιότητας του χαρακτήρος αυτού που προσπαθεί να εντάξει την υποθετική προσταγή στην κατηγορική. Επειδή οι υποθετικές προσταγές στηρίζονται στην βούληση που πηγάζει από τον εμπειρισμό και την επιθυμία για να πετύχουμε κάτι προς το συμφέρον μας ή προς τέρψη μας, η ένταξή τους σε ένα καθολικό νόμο θα μπορούσε να οδηγήσει σε βάθος χρόνου στην αποδεκτικότητα μιας αντίθετης προς το συμφέρον μας δύναμης και αυτό θα οδηγούσε και στην αντίδρασή μας που θα κατέλυε την αντικειμενικότητα της κρίσης μας και την επιθυμία για την καθολικότητα της αρχής που είχαμε ισχυριστεί. Επιπλέον η Καντιανή φιλοσοφία παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα αφού το ηθικό δεν είναι και πάντα χρήσιμο. Ένα παράδειγμα είναι ο ηθικός νόμος του να λες πάντα την αλήθεια. Αυτός θα μπορούσε κάποιες φορές να έχει καταστροφικά αποτελέσματα και έχω την αίσθηση πως είναι μια παράμετρος που δεν έχει αξιολογηθεί αρκετά.
Τέλος, εδώ θα αναφερθώ και την διάκριση της βούλησης που καθορίζεται από τον νόμο και αυτής που διαχωρίζεται από την ηθική. Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για την νομιμότητα και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το παράδειγμα αυτού που δεν καπνίζει σε δημόσιο χώρο για να μην έχει ποινές. Στην δεύτερη περίπτωση μιλάμε για ηθικότητα. Και παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα είναι το ίδιο η αγνότητα της πρόθεσης είναι εκείνη που κάνει την διαφορά. Δηλαδή δεν καπνίζω για να μην βλάψω τον συνάνθρωπό μου επειδή ισχύει η αρχή να µη µμεταχειρίζεσαι τον άνθρωπο ως µέσον αλλά πάντοτε να τον έχεις σκοπό στις προθέσεις και στις πράξεις σου.
Η Καντιανή ηθική έχω την αίσθηση πως είναι απαιτητική. Οι λεπτομέρειες και οι προθέσεις κάνουν την διαφορά σε ένα ίδιο αποτέλεσμα και όχι κατ΄ανάγκη το αποτέλεσμα που μπορεί να είναι ίδιο. Εξυπηρετώ σωστά τους πελάτες μου για να αποκομίζω φήμη και περισσότερα χρήματα. Εξυπηρετώ σωστά τους πελάτες μου γιατί είναι ηθική μου υποχρέωση να μείνουν ευχαριστημένοι από τις υπηρεσίες μου επειδή έχω τον άνθρωπο ως σκοπό.
υποθετική προσταγή
Έχουν περάσει δυο μήνες περίπου από τότε που ανέλαβα τα καθήκοντά μου ως Διευθυντής των ΤΕΠ του ΓΝΑΝ μετά από την επιτυχή συμμετοχή μου σε προκήρυξη. Αντιμετώπισα καταστάσεις που ξεπερνούσαν αρκετά την φαντασία μου. Και επειδή οι συνθήκες κατευθύνουν πολλές φορές τις σκέψεις σκέφτηκα τα ακόλουθα.
Εάν θέλεις να επιτύχεις ένα συγκεκριμένο σκοπό, πράττε με συγκεκριμένο τρόπο ή διαφορετικά αν x τότε ψ. Ανεξάρτητα από το σκοπό που θες να επιτύχεις, πράττε με ένα συγκεκριμένο τρόπο ή διαφορετικά το x είναι ψ . Τι από τα δύο?
Αυτό μπορεί να μεταφραστεί και ως εξής: κάποιος που πηγαίνει στην εργασία του και εκτελεί μόνο τις δραστηριότητες από τις οποίες αντλεί χαρά από αυτές, παρά το γεγονός ότι δεν κάνει κάτι κακό, εκτελεί μια υποθετική προσταγή. Κάποιος που πηγαίνει στην εργασία του και εκτελεί τις δραστηριότητες που υποχρεούται να εκτελέσει από καθήκον και άσχετα με το αν αντλεί χαρά από αυτές, εκτελεί την κατηγορική προσταγή. Μια προσταγή που μεταφράζεται με το ακόλουθο αξίωμα: <<Ανεξάρτητα από το σκοπό που θες να επιτύχεις, πράττε με ένα συγκεκριμένο τρόπο>>. Ποια η διαφορά μεταξύ των δύο? Τελικά μεγάλη.
Φανταστείτε ένα αεροπλάνο που είναι αμφίβολο αν θα φτάσει στον προορισμό του λόγω βλάβης. Ο ένας πιλότος παθαίνει ανακοπή και ο άλλος συνεχίζει να προσπαθεί να προσγειώσει το αεροπλάνο και τα καταφέρνει. Η μια πιθανότητα που το κάνει είναι ότι σκέφτηκε ότι μόνο ότι η επιτυχής προσγείωση θα σώσει το εαυτό του και η άλλη ότι μαζί με τον εαυτό του έχει ευθύνη να σώσει και τους επιβάτες. Το αποτέλεσμα τελικά είναι το ίδιο αλλά για την Καντιανή φιλοσοφία υπάρχει διαφορά στην αγνότητα της πρόθεσης. Και με αυτό το ακραίο παράδειγμα μπορεί να γίνει κατανοητή η διαφορά αφού υπό συνθήκες το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Ας υποθέσουμε πως ο πιλότος ήταν πρώην αλεξιπτωτιστής του στρατού και έχει μαζί του αλεξίπτωτο και γνωρίζει πως αν εγκαταλείψει το αεροπλάνο σε μια κατάλληλη στιγμή θα σωθεί. Αν λοιπόν αυτός στο άνω παράδειγμα έδρασε με την ροπή και την υποθετική προσταγή, τότε υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα προσγείωνε το αεροπλάνο αλλά θα το εγκατέλειπε. Η κατηγορική προσταγή τον οδηγεί να μείνει και να προσπαθήσει να σώσει το αεροπλάνο και τους επιβάτες αν θεωρεί πως η πράξη του αυτή στηρίζεται σε αρχές δια των οποίων μπορεί να θέλει να καταστεί καθολικός νόμος.
Η βούληση κατά τον Καντ είναι καλή όχι εξαιτίας των τελικών αποτελεσμάτων της, αλλά επειδή ακολουθεί τον αναγκαίο και καθολικό, μη εμπειρικό νόμο της ελευθερίας της βούλησης. Αν όμως δεν υπάρχει ελευθερία τότε η βούληση μπορεί να μην έχει την δύναμη να εκπληρώσει τις προθέσεις της.
Ένα πρόβλημα βέβαια που ανακύπτει είναι τι θεωρεί κάποιος αρχή δια της οποίας μπορεί να θέλει η πράξη μέσω αυτής να καταστεί καθολικός νόμος.
Πράγματι αυτό αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα της Καντιανής θεωρίας. Για κάποιον η αυτοσυντήρηση αν και κατά τον Καντ αποτελεί μια ενστικτώδη διαδικασία που ταιριάζει καλύτερα με τις υποθετικές προσταγές θα μπορούσε να καταστεί μια αρχή που να διέπει έναν καθολικό νόμο αφού πληροί και τα κριτήρια της Καντιανής φιλοσοφίας περί κατηγορικής προσταγής και που σύμφωνα με την οποία μπορεί να στραφεί και ενάντια αυτού που την υιοθετεί.
Η πραγματικότητα είναι πως αν κάποιος θέλει να καταλάβει την προσπάθεια της ηθικής προσέγγισης της Καντιανής φιλοσοφίας νομίζω ότι μπορεί, αλλά πολλές φορές αυτό δεν βολεύει για λόγους συμφέροντος (υποθετική προσταγή). Από την άλλη μεριά επειδή στην βάση αυτής της φιλοσοφίας δεν υπάρχει τρόπος να αντικειμενοποιηθεί η έννοια της ηθικής και επομένως της κατηγορικής προσταγής οποιοσδήποτε θέλει να κινηθεί στηριζόμενος σε αρχές της υποθετικής προσταγής μπορεί να το κάνει προσδίδοντάς τους την ηθική διάσταση της επιθυμίας του, ως επιθυμίας Καθολικού νόμου. Ένας μόνος τρόπος νομίζω πως υπάρχει για να αμφισβητηθεί μια τέτοια προσέγγιση. Και αυτός είναι ο έλεγχος της ακεραιότητας του χαρακτήρος αυτού που προσπαθεί να εντάξει την υποθετική προσταγή στην κατηγορική. Επειδή οι υποθετικές προσταγές στηρίζονται στην βούληση που πηγάζει από τον εμπειρισμό και την επιθυμία για να πετύχουμε κάτι προς το συμφέρον μας ή προς τέρψη μας, η ένταξή τους σε ένα καθολικό νόμο θα μπορούσε να οδηγήσει σε βάθος χρόνου στην αποδεκτικότητα μιας αντίθετης προς το συμφέρον μας δύναμης και αυτό θα οδηγούσε και στην αντίδρασή μας που θα κατέλυε την αντικειμενικότητα της κρίσης μας και την επιθυμία για την καθολικότητα της αρχής που είχαμε ισχυριστεί. Επιπλέον η Καντιανή φιλοσοφία παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα αφού το ηθικό δεν είναι και πάντα χρήσιμο. Ένα παράδειγμα είναι ο ηθικός νόμος του να λες πάντα την αλήθεια. Αυτός θα μπορούσε κάποιες φορές να έχει καταστροφικά αποτελέσματα και έχω την αίσθηση πως είναι μια παράμετρος που δεν έχει αξιολογηθεί αρκετά.
Τέλος, εδώ θα αναφερθώ και την διάκριση της βούλησης που καθορίζεται από τον νόμο και αυτής που διαχωρίζεται από την ηθική. Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για την νομιμότητα και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το παράδειγμα αυτού που δεν καπνίζει σε δημόσιο χώρο για να μην έχει ποινές. Στην δεύτερη περίπτωση μιλάμε για ηθικότητα. Και παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα είναι το ίδιο η αγνότητα της πρόθεσης είναι εκείνη που κάνει την διαφορά. Δηλαδή δεν καπνίζω για να μην βλάψω τον συνάνθρωπό μου επειδή ισχύει η αρχή να µη µμεταχειρίζεσαι τον άνθρωπο ως µέσον αλλά πάντοτε να τον έχεις σκοπό στις προθέσεις και στις πράξεις σου.
Η Καντιανή ηθική έχω την αίσθηση πως είναι απαιτητική. Οι λεπτομέρειες και οι προθέσεις κάνουν την διαφορά σε ένα ίδιο αποτέλεσμα και όχι κατ΄ανάγκη το αποτέλεσμα που μπορεί να είναι ίδιο. Εξυπηρετώ σωστά τους πελάτες μου για να αποκομίζω φήμη και περισσότερα χρήματα. Εξυπηρετώ σωστά τους πελάτες μου γιατί είναι ηθική μου υποχρέωση να μείνουν ευχαριστημένοι από τις υπηρεσίες μου επειδή έχω τον άνθρωπο ως σκοπό.